Ιστορία του Αστεροσκοπείου Στεφανίου | Τα Πρώτα Χρόνια

Η Δημιουργία του Αστεροσκοπείου

Η ΙΔΡΥΣΗ ΤΟΥ ΑΣΤΕΡΟΣΚΟΠΕΙΟΥ

Η Αναζήτηση ενός Ουρανού

Η Ελλάδα υπήρξε από την αρχαιότητα τόπος έμπνευσης για τη μελέτη του σύμπαντος και κοιτίδα της αστρονομικής σκέψης. Ωστόσο, παρά τους ξάστερους ουρανούς της και τη μακραίωνη παράδοσή της στην παρατήρηση των άστρων, δεν διέθετε έως τις αρχές της δεκαετίας του 1960 ένα σύγχρονο αστεροσκοπείο αφιερωμένο στην αστροφυσική έρευνα. Οι πρώτες προσπάθειες εντοπισμού κατάλληλων τοποθεσιών από την Εθνική Αστρονομική Επιτροπή (ΕΑΕ), η οποία ιδρύθηκε το 1957, είχαν μείνει μετέωρες, εξαιτίας της έλλειψης οικονομικών πόρων.

Την ίδια εποχή, ο καθαρός ουρανός της χώρας προσέλκυσε το ενδιαφέρον επιστημόνων της Δυτικής Ευρώπης. Στις αρχές του 1964, μια τετραμελής αποστολή Ολλανδών αστρονόμων, με επικεφαλής τον καθηγητή Δρ. Adriaan Blaauw του Αστρονομικού Εργαστηρίου Kapteyn στο Γκρόνινγκεν, μία από τις σημαντικότερες μορφές της ευρωπαϊκής αστρονομίας του 20ού αιώνα και μετέπειτα Γενικό Διευθυντή του Ευρωπαϊκού Νοτίου Αστεροσκοπείου (ESO), επισκέφθηκε τη χώρα για να εξετάσει τη δυνατότητα εγκατάστασης ενός τηλεσκοπίου που θα χρησιμοποιούνταν από ερευνητές όλων των αστρονομικών ιδρυμάτων της Ολλανδίας.

Μετά από συνεργασία με την Εθνική Αστρονομική Επιτροπή και μελέτη των κλιματολογικών δεδομένων, οι ερευνητές ξεχώρισαν τις ορεινές περιοχές της Αργολίδας και της Κορινθίας ως τις πιο υποσχόμενες για τη δημιουργία ενός νέου αστεροσκοπείου. Για την επιτόπια μελέτη των ορεινών περιοχών συστάθηκε μια ερευνητική ομάδα  αποτελούμενη από τον Δρ. Λυσίμαχο Ν. Μαυρίδη από ελληνικής πλευράς και τους Δρ. Jan Borgman, Δρ. J. de Kort και καθηγήτρια Δρ. Anne B. Underhill από ολλανδικής.

Δύο περιοχές ξεχώρισαν για την εγκατάσταση του νέου αστεροσκοπείου: το Αραχναίο Αργολίδας και το Στεφάνι Κορινθίας. Αν και το Αραχναίο διέθετε μεγαλύτερο υψόμετρο —σημαντικό πλεονέκτημα για τη μείωση της ατμοσφαιρικής απορρόφησης— το Στεφάνι υπερείχε σε προσβασιμότητα. Ένας χωματόδρομος περίπου 15 χιλιομέτρων συνέδεε το χωριό με το Χιλιομόδι, που βρισκόταν πάνω στον οδικό και σιδηροδρομικό άξονα Αθήνας–Κορίνθου–Άργους. Ο δρόμος αυτός είχε ανοιχτεί την εποχή του μεσοπολέμου, με πρωτοβουλία του Παναγή Τσαλδάρη, για να διευκολύνει το εμπόριο τυριού του Στεφανίου.

Έτσι, μια ηλιόλουστη ημέρα της άνοιξης του 1964, η ερευνητική ομάδα έφτασε με αυτοκίνητο στο Στεφάνι. Από εκεί, συνέχισε πεζή προς την κορυφή της Ψηλής Ράχης (1.079 μ.), εξερευνώντας το τοπίο και τις συνθήκες που θα φιλοξενούσαν, λίγα χρόνια αργότερα, το πρώτο σύγχρονο αστεροσκοπείο της Ελλάδας.

Άποψη του αστεροσκοπείου και του οροπεδίου από το ύψωμα Τραχώνι της Ράχης Στεφανίου το 1969 (Φωτογραφία Peter B. van der Wal)

Η ΕπιχορΗγηση του ΝΑΤΟ

Η διεθνής χρηματοδότηση που έθεσε τα θεμέλια

Τον Φεβρουάριο του 1966 πραγματοποιήθηκε ένα καθοριστικό βήμα για τη δημιουργία του Αστεροσκοπείου Στεφανίου και για τη σύγχρονη ελληνική αστρονομία. Ύστερα από τη συνηγορία του Ολλανδού αστρονόμου Adriaan Blaauw, η Επιστημονική Επιτροπή του ΝΑΤΟ ενέκρινε επιχορήγηση ύψους 14.000 δολαρίων προς τους αστρονόμους Heinz Neckel του Αστεροσκοπείου Αμβούργου και Λυσίμαχο Ν. Μαυρίδη του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης για την υλοποίηση ενός ελληνογερμανικού ερευνητικού προγράμματος. Οι δύο επιστήμονες γνωρίζονταν ήδη από προηγούμενες ερευνητικές συνεργασίες στη Χαϊδελβέργη της Γερμανίας. Το πρόγραμμα προέβλεπε τη μεταφορά και λειτουργία στην Ελλάδα, για δύο χρόνια, ενός κατοπτρικού τηλεσκοπίου του Πανεπιστημίου Αμβούργου με σκοπό τη διεξαγωγή φωτοηλεκτρικών παρατηρήσεων.

Το πρώτο ζήτημα που έπρεπε να λυθεί ήταν η επιλογή του κατάλληλου τόπου εγκατάστασης. Ήδη από τον Οκτώβριο του 1965, αξιοποιώντας τα συμπεράσματα των ολλανδικών αποστολών του 1964, οι Neckel και Μαυρίδης είχαν επισκεφθεί το Στεφάνι Κορινθίας και είχαν καταλήξει ότι η περιοχή προσέφερε τις καλύτερες προϋποθέσεις για την εγκατάσταση του τηλεσκοπίου. Ωστόσο, οι περιορισμένοι οικονομικοί πόροι του προγράμματος δεν επέτρεπαν την κατασκευή δρόμου προς την κορυφή της Ψηλής Ράχης, η οποία είχε αρχικά προκριθεί ως ιδανική θέση παρατήρησης. Έτσι, επιλέχθηκε ο λόφος της Δραγατούρας, νοτιοδυτικά του χωριού, όπου βρίσκεται μέχρι σήμερα το Αστεροσκοπείο.

Τα στενά χρονικά περιθώρια του προγράμματος δεν επέτρεπαν να γίνει προσπάθεια για απαλλοτρίωση της έκτασης για λογαριασμό του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης ή άλλου δημόσιου φορέα. Έτσι, για να εξασφαλιστεί η έκταση, ο Λυσίμαχος Μαυρίδης προχώρησε στην αγορά της με δικά του χρήματα και την παραχώρηση γης από τον Στεφανιώτη Χρήστο Γ. Παπαντωνίου ο οποίος αργότερα εντάχθηκε στο τεχνικό προσωπικό του Αστεροσκοπείου και για πολλά χρόνια υπηρέτησε ως βοηθός παρατηρητών.

Καθοριστική υπήρξε και η συμβολή της τοπικής κοινωνίας. Σύμφωνα με μαρτυρίες της εποχής, όταν ένας από τους ιδιοκτήτες ζήτησε υψηλότερο τίμημα για την πώληση της γης, δημιουργήθηκε σοβαρός κίνδυνος να ματαιωθεί η εγκατάσταση του τηλεσκοπίου στο Στεφάνι. Ο Μαυρίδης κατέστησε τότε σαφές ότι, σε περίπτωση αποτυχίας των διαπραγματεύσεων, το τηλεσκόπιο θα μεταφερόταν στο Αραχναίο, τη δεύτερη υποψήφια τοποθεσία. Η προοπτική αυτή κινητοποίησε τον πρόεδρο της Κοινότητας Στεφανίου Παναγιώτη Γ. Μπαλάφα και τους κατοίκους του χωριού, οι οποίοι οργάνωσαν έρανο για να συγκεντρώσουν το απαιτούμενο ποσό και να εξασφαλίσουν την ολοκλήρωση της αγοράς.

Αυτό που ξεκίνησε ως μια διεθνής επιστημονική συνεργασία μετατράπηκε σύντομα σε ένα κοινό εγχείρημα επιστημόνων και κατοίκων του Στεφανίου, θέτοντας τα θεμέλια του πρώτου σύγχρονου αστεροσκοπείου της Ελλάδας.

Οι Οραματιστές

Πίσω από τη δημιουργία του Αστεροσκοπείου Στεφανίου βρίσκεται μια ξεχωριστή ομάδα αστρονόμων, επιστημόνων και οραματιστών από την Ελλάδα και την Ευρώπη. Με τις ιδέες, την αφοσίωση και το πνεύμα συνεργασίας τους, μετέτρεψαν έναν λόφο της Κορινθίας σε ένα διεθνές κέντρο αστρονομικής έρευνας. Ανακαλύψτε τους ανθρώπους που διαμόρφωσαν την πορεία του Αστεροσκοπείου και άφησαν το δικό τους αποτύπωμα στην ιστορία του.

Δρ. Λυσίμαχος Ν. Μαυρίδης (1928-2011)

Εργαστήριο Γεωδαιτικής Αστρονομίας του Α.Π.Θ.

Ο Λυσίμαχος Ν. Μαυρίδης υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες αστρονόμους του 20ού αιώνα και πρωταγωνιστική μορφή στην ανάπτυξη της σύγχρονης αστρονομικής έρευνας στην Ελλάδα.

Δρ. Adriaan Blaauw (1914-2011)

Εργαστήριο Kapteyn του Πανεπιστημίου του Χρόνινγκεν, Κάτω Χώρες (Ολλανδία)

Ο Άντριααν Μπλάαου υπήρξε μία από τις σημαντικότερες μορφές της ευρωπαϊκής αστρονομίας του 20ού αιώνα και πρωτοπόρος στην ανάπτυξη της διεθνούς επιστημονικής συνεργασίας μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Dr. Heinz Neckel (1930-Σήμερα)

Αστεροσκοπείο του Αμβούργου, Γερμανία

Share some details here. This is a flexible section where you can share anything you want. It could be details or some information.

ΙΣΤΟΡΙΑ

Η διαμόρφωση του Αστεροσκοπείου

Το αρχικό σχέδιο για το Αστεροσκοπείο προέβλεπε ένα ενιαίο κτήριο που θα στέγαζε το τηλεσκόπιο του Πανεπιστημίου του Αμβούργου και θα λειτουργούσε ταυτόχρονα ως κατοικία των παρατηρητών.

Η εικόνα αυτή άλλαξε την άνοιξη του 1966, όταν εγκρίθηκε η εγκατάσταση για δύο χρόνια στο Στεφάνι ενός κινητού σταθμού παρακολούθησης επιστημονικών δορυφόρων του Γαλλικού Κέντρου Διαστημικών ερευνών (CNES), φέρνοντας μαζί του μια πολυμελή επιστημονική αποστολή.

Την ίδια περίοδο, μετά από επίσκεψη του Adriaan Blaauw στο λόφο της Δραγατούρας, οι Ολλανδοί αστρονόμοι αποφάσισαν να εγκαταστήσουν και το δικό τους αστρονομικό σταθμό στον ίδιο χώρο.

Έτσι δημιουργήθηκε ένα μικρό διεθνές ερευνητικό κέντρο: δύο οικίσκοι με κυλιόμενη στέγη για τα γερμανικά και ολλανδικά τηλεσκόπια, και ένα κτήριο δύο επιπέδων με κυλιόμενη στέγη στον όροφο για το γαλλικό τηλεσκόπιο και σύστημα τηλεμετρίας με λέιζερ. Σε ανοιχτό χώρο του αστεροσκοπείου εγκαταστάθηκε το σύστημα Doppler του γαλλικού σταθμού, με τον συμπληρωματικό εξοπλισμό να φιλοξενείται σε λυόμενα κοντέινερ που είχαν τοποθετηθεί δίπλα από τις κύριες εγκαταστάσεις.

Για τη διαμονή και εργασία της γαλλικής αποστολής ανεγέρθηκε ένα κτήριο 207 τ.μ., το οποίο φιλοξένησε, κατόπιν συμφωνίας, και τους Γερμανούς και Έλληνες παρατηρητές. Οι Ολλανδοί παρατηρητές, στη πλειοψηφία τους φοιτητές, διέμεναν σε ένα μεγάλο τροχόσπιτο που είχαν φέρει από την Ολλανδία και τοποθετήθηκε στο βόρειο άκρο του οικοπέδου του Αστεροσκοπείου.

Την κατασκευή των κτηρίων ανέλαβε η εταιρεία ΠΡΟΚΑΤ με έδρα το Μοσχάτο, ενώ οι κυλιόμενες στέγες κατασκευάστηκαν από την ΝΤΕΞΙΟΝ ΕΛΛΑΣ, ολοκληρώνοντας τις εγκαταστάσεις που θα φιλοξενούσαν τη νέα εποχή της ελληνικής αστρονομίας.

Άποψη του αστεροσκοπείου και του οροπεδίου από το Τραχώνι της Ράχης Στεφανίου το 1969 (Φωτογραφία Peter B. van der Wal)

Κύλιση στην κορυφή